Υπάρχει η ουσία του μύθου και υπάρχει η ιστορική/αρχαιολογική αναπαράσταση. Οι αρχαίοι Έλληνες το είχαν καταλάβει πολύ καλά: δεν έκαναν ιστορικές αναπαραστάσεις με όπλα εποχής Χαλκού, ούτε έψαχναν για ακρίβεια. Χρησιμοποιούσαν μάσκες και κοθόρνους, συμβολοποιούσαν και κυρίως διαφοροποιούσαν τους χαρακτήρες και τα θέματα ώστε να μιλάνε στην εποχή τους. Ακριβώς αυτό κάνει και ο Nolan με την Οδύσσεια.
Το επιχείρημα «δικοί τους ήταν οι μύθοι» είναι αδύναμο. Οι μεγάλοι τραγικοί έπαιρναν υλικό από μύθους που ήταν ήδη 400-500 χρόνια παλαιότεροι, ενώ ο Όμηρος προηγούταν κατά τρεις αιώνες. Κανείς δεν έχει δικαίωμα να ορίζει πόσο μακριά επιτρέπεται να φτάσει η καλλιτεχνική ερμηνεία.
Η τέχνη δεν είναι υποχρεωτικά ρεαλιστική ή παραστατική. Μόλις ένα έργο γίνει κοινό κτήμα, παύει να «ανήκει» αποκλειστικά σε κάποιους. Η προσαρμογή, η ανανέωση και η διαχρονική συνομιλία είναι στη φύση της.
Για όσους βλέπουν παντού «συνομωσία» που όμως συνεχώς αποτυγχάνει: Ο καλλιτέχνης μπορεί να θέλει να κάνει ό,τι θέλει αλλά πίσω από κάθε μεγάλη παραγωγή υπάρχει μια επιχείρηση. Από τον Μότσαρτ μέχρι τον Νόλαν, όλοι έπρεπε να λειτουργήσουν μέσα σε οικονομικούς και παραγωγικούς περιορισμούς. Όπως όλοι μας δεν κάνουμε τη δουλειά μας ακριβώς όπως θα θέλαμε, αλλά μέσα στα πλαίσια που θέτει ο εργοδότης/πελάτης. Δεν είναι το 1984 του Όργουελ, είναι η πραγματικότητα της δημιουργίας εδώ και αιώνες.