Ακόμα κι αν η Ελλάδα που εξέφρασε ο Σαββόπουλος, ή πιο σωστά οι πολλαπλές και αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές της, είναι μια Ελλάδα που δεν αγάπησα και δεν θα μου λείψει, αναγνωρίζω ότι τουλάχιστον υπηρετήθηκε η ανάγκη να εκφραστεί μια Ελλάδα και ένα συλλογικό φαντασιακό που με τα σωστά και με τα λάθη του, με τη μεταφυσική του αντίληψη που θεωρώ προβληματική, είχε τουλάχιστον την συνείδηση ότι υπάρχει κάτι συλλογικό, και αυτό πρέπει να εκφραστεί.
Και ακόμα κι αν μαλώνουμε για το τί είναι αυτό, για το αν συλλογικό είναι αυτόματα το εθνικό, για το αν η Εθνική Ελλάδος είναι αυτή σε σύνθεση του Σαββόπουλου ή αν τη θέλουμε σε σύνθεση δική μας, για το αν το πρώτο πληθυντικό του Σαββόπουλου δικαιούται να μας περιλαμβάνει αυθαίρετα ή αν θέλουμε να εξαιρούμαστε από αυτό, τουλάχιστον είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε για αυτό, για την συλλογική μας εκπροσώπηση ή μη, ως κάτι αναγκαίο.
Υπό αυτή την έννοια το κενό που αφήνει πίσω του ο Σαββόπουλος είναι πραγματικά δυσαναπλήρωτο, αφενός γιατί δεν υπάρχει κανείς να συνεχίσει μέσω του έργου του αυτή τη συζήτηση, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα τσακωθούμε, αφετέρου γιατί δεν φαίνεται πολύ πιθανό να υπάρξει κανείς και στο μέλλον...
Και κάπως έτσι, ακόμα κι αν με ενοχλούσε η Ελλάδα του Σαββόπουλου, με ενοχλεί ακόμα περισσότερο ότι δεν υπάρχει καμία νέα Ελλάδα να την αντικαταστήσει.
Η αποτίμηση του έργου του Διονύση Σαββόπουλου πρέπει να ξεπεράσει την απλή αναγνώριση του ταλέντου. Ακόμα κι αν η Ελλάδα που εξέφρασε, οι πολλαπλές και αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές της, είναι μια Ελλάδα που δεν αγάπησα, αναγνωρίζω ότι υπηρέτησε μια ανώτερη ανάγκη: την ανάγκη να εκφραστεί ένα συλλογικό φαντασιακό.
Ο Σαββόπουλος, με τα σωστά και τα λάθη του, με τη μεταφυσική του αντίληψη που ίσως θεωρείται προβληματική, είχε τουλάχιστον τη συνείδηση ότι υπάρχει κάτι συλλογικό, ένα εμείς και αυτό πρέπει να εκφραστεί. Το έργο του δεν ήταν απλώς μουσική. Ήταν μια διαρκής πρόσκληση σε αντιπαράθεση.
Μας έδωσε την ευκαιρία να μαλώνουμε για το τί είναι αυτό το συλλογικό, για το αν ταυτίζεται με το εθνικό, για το αν η δική του Εθνική Ελλάδος δικαιούται να μας περιλαμβάνει αυθαίρετα στο πρώτο πληθυντικό. Η αξία του ήταν ότι κατέστησε τον συλλογικό διάλογο αναγκαίο και δημόσιο, έστω και μέσα από τη διαφωνία.
Υπό αυτή την έννοια, το κενό που αφήνει πίσω του ο Σαββόπουλος είναι πραγματικά δυσαναπλήρωτο. Δεν είναι κενό καλλιτεχνικό με τη στενή έννοια, αλλά πολιτισμικό και κοινωνικό.
Αφενός, γιατί δεν υπάρχει κανείς να συνεχίσει μέσω του έργου του αυτή τη συζήτηση, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα τσακωθούμε με την ίδια ένταση και ουσία. Αφετέρου, γιατί δεν φαίνεται πολύ πιθανό να υπάρξει κανείς και στο μέλλον με την ίδια δύναμη. Στην εποχή της κατακερματισμένης πληροφορίας, λείπει ο Αρχιτέκτονας της Πολυπλοκότητας που θα δώσει φωνή σε μια νέα, ενιαία συλλογική αφήγηση.
Όλα αυτά δεν θα ήταν δυνατά χωρίς την αδιαμφισβήτητη μουσική του ιδιοφυΐα. Ο Σαββόπουλος δεν ήταν απλώς ένας σχολιαστής, αλλά ο πρωτοπόρος που πάντρεψε το αστικό ροκ με επιρροές Bob Dylan με το δημοτικό και το ρεμπέτικο στοιχείο, δημιουργώντας το ηχητικό πλαίσιο της ελληνικής έντεχνης σκηνής.
Οι στίχοι του, γεμάτοι σουρεαλισμό, λογοπαίγνια και λαϊκή σοφία, μαζί με τη μοναδική θεατρικότητα των παραστάσεών του, μετέτρεψαν τις συναυλίες σε τελετές συλλογικής συνείδησης. Η μουσική του δύναμη ήταν ο καταλύτης που έκανε τη συζήτηση για το «μείς να φτάσει στο ευρύ κοινό.
Και κάπως έτσι, ακόμα κι αν μας ενοχλούσε η Ελλάδα του Σαββόπουλου, πρέπει να μας ενοχλεί ακόμα περισσότερο ότι δεν υπάρχει καμία νέα, ισχυρή, εκφρασμένη Ελλάδα να την αντικαταστήσει. Η απουσία του αφήνει πίσω του μια σιωπή στον κεντρικό διάλογο για την ταυτότητά μας.